ἑπτάπεκτος

ἑπτά-πεκτος· ἡ βαθείας τρίχας ἔχουσα, Hsch. (-ιος cod.), cf. Suid.; ἡ δυναμένη ἑπτάκις τμηθῆναι, EM368.11.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επτάπεκτος — ἑπτάπεκτος, ον (Α) (για πρόβατο) αυτό που μπορεί να κουρευτεί επτά φορές, το εξαιρετικά δασύμαλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < επτά* + πεκτος (< πεκτέω «κουρεύω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.